Στην εργοθεραπεία μιλάμε συχνά για έργο, συμμετοχή, λειτουργικότητα και καθημερινή ζωή.
Όμως στην πράξη, πολλές φορές ξεκινάμε ακόμη από το «έλλειμμα».
Να βελτιώσουμε τη λαβή.
Να δουλέψουμε τον μυϊκό τόνο.
Να ενισχύσουμε την ισορροπία.
Να αυξήσουμε την προσοχή.
Να οργανώσουμε την αισθητηριακή επεξεργασία.
Όλα αυτά μπορεί να έχουν αξία.
Αλλά το ερώτημα είναι:
Ξεκινάμε από τις δεξιότητες ή από το ίδιο το έργο;
Τα σύγχρονα επιστημονικά τεκμήρια στην εργοθεραπεία τείνουν όλο και περισσότερο προς top-down, occupation-based και συμμετοχοκεντρικές προσεγγίσεις.
Δηλαδή προς παρεμβάσεις που ξεκινούν από το τι χρειάζεται, θέλει ή δυσκολεύεται να κάνει το παιδί στην καθημερινή του ζωή.
Να παίξει.
Να ντυθεί.
Να φάει.
Να γράψει.
Να συμμετέχει στο σχολείο.
Να παίξει με άλλα παιδιά.
Να νιώσει ικανό σε κάτι που έχει νόημα.
Η top-down προσέγγιση δεν σημαίνει ότι αγνοούμε τις δυσκολίες στο σώμα, στην κίνηση, στην αισθητηριακή επεξεργασία ή στις δεξιότητες.
Σημαίνει ότι δεν ξεκινάμε από εκεί.
Ξεκινάμε από το έργο.
Από τη συμμετοχή.
Από το νόημα.
Από τη ζωή του παιδιού.
Η bottom-up προσέγγιση δεν είναι «λάθος».
Όμως όταν γίνεται ο μοναδικός τρόπος σκέψης, υπάρχει κίνδυνος να χαθεί η ουσία της εργοθεραπείας.
Να δουλεύουμε δεξιότητες, χωρίς να βλέπουμε αν το παιδί συμμετέχει περισσότερο στη ζωή του.
Γιατί η εργοθεραπεία δεν υπάρχει για να βελτιώνει δεξιότητες αποκομμένες από την καθημερινότητα.
Υπάρχει για να βοηθά τον άνθρωπο να συμμετέχει σε έργα που έχουν νόημα για τη ζωή του.
Ίσως λοιπόν ήρθε η ώρα να αναρωτηθούμε:
είμαστε έτοιμοι να προχωρήσουμε πραγματικά σε πιο occupation-based πρακτική;



