Στην εποχή των social media, η θεραπεία έχει αποκτήσει μεγαλύτερη ορατότητα. Και αυτό μπορεί να είναι θετικό, όταν γίνεται με γνώση, σεβασμό και επαγγελματική ευθύνη.
Όμως υπάρχει μια λεπτή γραμμή που δεν πρέπει να ξεπερνιέται.
Όταν η θεραπευτική πράξη γίνεται περιεχόμενο.
Όταν το παιδί γίνεται φόντο για ένα reel.
Όταν μια στιγμή θεραπευτικής σχέσης μετατρέπεται σε υλικό προβολής.
Όταν η κάμερα μπαίνει ανάμεσα στον θεραπευτή και το παιδί.
Τότε χρειάζεται να σταθούμε και να αναρωτηθούμε:
Τελικά, λειτουργούμε ως θεραπευτές ή ως influencers;
Η θεραπεία δεν είναι σκηνικό.
Το παιδί δεν είναι εργαλείο marketing.
Η θεραπευτική σχέση δεν είναι υλικό για engagement.
Η εμπιστοσύνη της οικογένειας δεν είναι άδεια για δημόσια προβολή.
Ακόμα και όταν υπάρχει συναίνεση, χρειάζεται δεοντολογία.
Χρειάζεται κρίση.
Χρειάζεται σεβασμός.
Χρειάζεται να αναρωτηθούμε αν αυτό που δημοσιεύουμε προστατεύει πραγματικά το παιδί ή απλώς εξυπηρετεί την εικόνα μας.
Γιατί το παιδί που βρίσκεται σε θεραπεία δεν είναι “περιεχόμενο”.
Είναι ένας άνθρωπος σε μια ευάλωτη, προσωπική και θεραπευτική διαδικασία.
Και η θεραπευτική σχέση δεν χτίζεται για να φαίνεται ωραία στο βίντεο.
Χτίζεται με παρουσία, προσοχή, ασφάλεια, εμπιστοσύνη και σεβασμό.
Τα social media μπορούν να ενημερώσουν.
Μπορούν να εκπαιδεύσουν.
Μπορούν να αναδείξουν την αξία της θεραπείας .
Αλλά δεν πρέπει να θυσιάζουν την ιδιωτικότητα, την αξιοπρέπεια και την ασφάλεια των παιδιών για λίγη περισσότερη ορατότητα.
Δεν είμαστε influencers που τυχαίνει να κάνουν θεραπεία.
Είμαστε θεραπευτές που οφείλουν να προστατεύουν πρώτα τον άνθρωπο.




