Στην ειδική αγωγή μιλάμε συχνά για «διεπιστημονική ομάδα».
Όμως η διεπιστημονικότητα δεν σημαίνει απλώς ότι πολλές ειδικότητες βρίσκονται στον ίδιο χώρο. Και σίγουρα δεν σημαίνει ότι μία ειδικότητα κάνει άτυπα lead και καθορίζει τι θα κάνει η άλλη.
Δεν σημαίνει ότι ο λογοθεραπευτής θα πει στον εργοθεραπευτή τι να δουλέψει.
Δεν σημαίνει ότι ο εργοθεραπευτής θα καθορίσει το λογοθεραπευτικό πλάνο.
Δεν σημαίνει ότι ο ψυχολόγος θα ορίσει τον ρόλο όλων των υπολοίπων.
Κάθε ειδικότητα έχει τη δική της επιστημονική βάση, τη δική της κλινική συλλογιστική, τα δικά της εργαλεία και τα δικά της όρια.
Η συνεργασία δεν σημαίνει παρέμβαση στον ρόλο του άλλου.
Σημαίνει συντονισμός.
Σημαίνει κοινή εικόνα για το παιδί.
Κοινή στοχοθεσία.
Σαφείς ρόλους.
Σεβασμό στα όρια κάθε ειδικότητας.
Και ένα ξεκάθαρο framework λειτουργίας.
Το ίδιο ισχύει και για τη διοίκηση ενός κέντρου.
Ο εργοδότης ή ο υπεύθυνος μπορεί να οργανώνει τη λειτουργία, το πρόγραμμα, τις διαδικασίες και την ποιότητα της υπηρεσίας.
Όμως η κλινική απόφαση χρειάζεται να παραμένει κλινική.
Δεν μπορεί να δίνεται απλώς ως οδηγία χωρίς επιστημονικό πλαίσιο, χωρίς συμμετοχή των θεραπευτών και χωρίς σεβασμό στην επαγγελματική τους κρίση.
Η διεπιστημονικότητα δεν είναι «ποιος λέει στους άλλους τι να κάνουν».
Είναι οργανωμένη συνεργασία με σαφείς ρόλους, κοινό σκοπό και σεβασμό στην επιστημονική αυτονομία κάθε ειδικότητας.
Χρειαζόμαστε διάλογο, όχι άτυπη εξουσία.
Συντονισμό, όχι σύγχυση ρόλων.
Κοινή στοχοθεσία, όχι επιβολή.
Framework, όχι αυτοσχεδιασμό.
Η διεπιστημονικότητα δεν είναι ιεραρχία ειδικοτήτων.
Είναι συνεργασία με όρια, ρόλους και κοινή ευθύνη.



